βορόν

βορός
gluttonous
masc acc sg
βορός
gluttonous
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • CORNIX — castitatis ac concordiae in coniugio Magistra habita est olim: unde solitariae Cornicis occursus, in nuptialibus auspiciis mali ominis fuit. Hinc illud, Ε᾿κκόρει κόρη κορώνην, Everre sive elimina Virgo cornicem, quod habes apud Orum, Hieroglyph.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Βίτινγκ, Γκεόργκ — (Georg Witting, Βερολίνο 1897 – 1987). Γερμανός χημικός. Διδάκτορας χημείας του πανεπιστημίου Μαρβούργου/Λαν, ονομάστηκε καθηγητής στο ινστιτούτο χημείας του Τίμπινγκεν το 1944, αφού προηγουμένως είχε αρνηθεί την αντίστοιχη θέση στο πανεπιστήμιο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.